Είναι ένα μικρό, ορεινό, καλοσυγυρισμένο χωριό, καμμιά εικοσαριά χιλιόμετρα από το Άργος, κι ο δρόμος ασφαλτοστρωμένος. Όπως όλα τα ορεινά χωριά, έτσι και η Καρυά δεν έχει δρόμους, ή τουλάχιστον εκείνο που εμείς αποκαλούμε δρόμο. Στενορρύμια, μονοπάτια, μερικά τσιμεντωμένα, τα περισσότερα έτσι όπως τα παρέδωσε ο Πλάστης, δρομάκια μπερδεμένα, και πέτρες παντού. Εκεί μέσα, σ΄ αυτόν τον πολεοδομικό λαβύρινθο, βρίσκουν τον τρόπο να ζουν και μάλιστα καλά και καθαρά οι σημερινοί Καρυώτες.
Το ταχυδρομείο έρχεται στο χωριό τακτικά. Φτάνει μέχρι την μεγάλη πλατεία, όπου είναι ο πλάτανος, και παραδίδει τα γράμματα στον Γιώργο Βάη. Τυφλός εκ γενετής ο Γιώργης, είναι τώρα [σημ.τ.ε. το 1980] καμμιά σαρανταριά χρονών, ζει από μια ασήμαντη και ανάπηρη σύνταξη αναπήρου.
Για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα, χρειάστηκε να κάνει και κάτι ακόμη. Ανέλαβε να μοιράζει τα γράμματα. Τα παίρνει από το ταχυδρομείο, στον Πλάτανο, κάποιος του διαβάζει τις διευθύνσεις, και τα μοιράζει ένα-ένα στους παραλήπτες τους, έστω κι αν ακόμη κάθονται στο πιο απομακρυσμένο σπίτι, χωρίς ποτέ μέχρι σήμερα να κάνει λάθος. Χωρίς μπαστούνι, χωρίς σκυλί, με μόνους βοηθούς το αργό προσεκτικό και βέβαιο βάδισμα και τη διάθεση να ζήσει, βρίσκει μέσα στον φανταστικό του κόσμου την πραγματικότητα.
Βέβαια, τα φιλοδωρήματα που του δίνουν δεν είναι μεγάλα, ούτε και τα γράμματα πολλά, γι’ αυτό αναγκάστηκε ο Γιώργης να βρει και μια συμπληρωματική απασχόληση. Μου είπανε πως κάθεται αργά το βράδυ στην ταβέρνα, και περιμένει πότε θα κλείσει, για να πάρει τους μεθυσμένους να τους πάει στα σπίτια τους. Κι αν ακόμη δεν είναι αλήθεια, μπράβο σου Γιώργη Βάη. Έχεις περισσότερο μυαλό από πολλούς με τέσσερα μάτια.
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 2/11/1980].