Wednesday, December 20, 1978

Τάκης Μαύρος: Η λατρεία των δέντρων

Ρημαγμένα κι έρημα ξωκκλήσια, αλλά πολλές φορές ναούς και μοναστήρια εν λειτουργία, βλέπουμε να τα παραστέκουν κάτι μεγάλα γέρικα δέντρα. Πότε είναι κυπαρίσσια (μονή Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου στο Συντζάφι της Λακωνίας, ενοριακός ναός στο Λεοντάρι), πότε πλατάνια (μονή Αγίων Θεοδώρων στον Ερύμανθο, μονή Αγ. Αποστόλων στό Σαραντάπηχο, μονή Ομπλού στην Πάτρα), πότε κανένα έλατο (μονή Γοντολινάς στην Κυνουρία), άλλοτε πάλι καρυδιές (σήμερα έχει μείνει μόνο μία από τις τρεις τεράστιες, που στόλιζαν άλλοτε το μοναστήρι της Αρτοκοστάς), αλλά συνηθέστερα, κατά κανόνα θα μπορούσε να πει κανείς, το δέντρο ή τά δέντρα αυτά είναι δρυς. Πουρνάρια στη μονή Αγίας Παρασκευής στη Βάχλια της Γορτυνίας, ή βελανιδιές στη μονή Καλτεζών και στην άλλοτε μονή Υπεραγίας Θεοτόκου, σημερινό ναό της Ζωοδόχου Πηγής στό Δραγαλεβό (σημ. Έλατο) της Κυνουρίας. Θα μπορούσε να αναφέρει κανείς ατελείωτα παραδείγματα.
        Οι δρύες, τό «βασιλικόν είδος» των ψηλόκορμων αυτών δέντρων, είναι το αρχαιότερο στην ορεινή βλάστηση. Όπου εξακολουθεί να υπάρχει και σώζεται ένας πολύ μικρός αριθμός τέτοιων δέντρων σχετικά μ' εκείνον που υπήρχε στην αρχαιότητα, είναι μια μαρτυρία της μακρυνής του ηλικίας. Τη δρύ έχει διαδεχθεί σ' εξελικτική αντικατάσταση η ελάτη. Είδος πιο ανθεκτικό στις νέες εδαφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες, πού έχουν δημιουργηθεί. Αλλά και η ελάτη κάποτε θ' αντικατασταθεί με κάποιο άλλο δέντρο, ίσως κάποιο θάμνο.
        Ποιά ερμηνεία μπορούμε να δώσουμε στην παρουσία των ζωντανών αυτών μνημείων;
        Η πιο πρόχειρη εξήγηση θα ήταν ότι τα δέντρα αυτά φυτεύτηκαν ή διαφυλάχθηκαν από τους μοναχούς ή κληρικούς και για λόγους αισθητικής, αλλά και για να δίνουν λίγο ίσκιο και δροσιά στις καυτερές ημέρες του μοραΐτικου καλοκαιριού, σε μοναχούς και προσκυνητές, ή ακόμη και για να «σταλίζουν» τα κοπάδια τον μοναστηριού στον ίσκιο τους, αν και αυτό το τελευταίο το συναντούμε σπανιότερα, γιατί τα κοπάδια των ζώων, ιδίως το καλοκαίρι, αποφεύγουν να τα κρατούν κοντά στο μοναστήρι.
        Μια άλλη υπόθεση θα μπορούσε να είναι ότι ο σεβασμός προς τη μοναστηριακή ή εκκλησιαστική ιδιοκτησία τα διέσωσε από την υλοτομία. Φαίνεται όμως πως δεν είναι μόνον ο φόβος της ιεροσυλίας. Ίσως η παράδοση αυτή του σεβασμού προς τα δέντρα ή τουλάχιστον σ' ορισμένα δέντρα, να έχει ρίζες πολύ αρχαιότερες.
        Ανατρέχοντας στο παρελθόν βλέπουμε πως στα αρχαιότερα χρόνια, οι δρύες κυρίως αποτελούσαν τα αντικείμενα κάποιας λατρείας, και μπορεί ο σεβασμός που δείχνουν μοναχοί και πιστοί ακόμη σήμερα σ' αυτά τα παλιά γέρικα δέντρα, που προστατεύονται από τη θρησκευτική λατρεία, ίσως είναι μια βουβή ανάμνηση ενός παλιού λατρευτικού έθιμου ξεχασμένου πια σήμερα.
        Ένας πανάρχαιος τόπος, όπου λατρεύτηκαν τα δέντρα, φαίνεται πως ήταν και η Δωδώνη. «Είναι πιθανώτατον», γράφει ο Δ. Ευαγγελίδης [1] «ότι το μαντείο της Δωδώνης προϋπήρξε του Διός, ή τουλάχιστον εν Δωδώνη, υπήρχε και προ του Διός λατρεία συνδεομένη προς δέντρον τι ως η δρυς, την οποίαν απερρόφησεν βραδύτερον ο Ζευς».
        Και στον Όμηρο επίσης συναντούμε τη μνεία θεοποιήσεως της δρυός. Ο άνθρωπος έχει περιβάλει με υπερφυσικές ιδιότητες το δέντρο, που τον προστάτεψε από το κρύο και τον έθρεψε με τους καρπούς του και δεν του είναι πια δύσκολο να του δώσει και προφητικές ικανότητες (Οδύσσεια ξ, 327-328):

τὸν δ᾿ ἐς Δωδώνην φάτο βήμεναι, ὄφρα θεοῖο
ἐκ δρυὸς ὑψικόμοιο Διὸς βουλὴν ἐπακούσαι,

... στη Δωδώνη, μου 'λεγε, βρισκόταν, για να πάρει βουλή
απ᾿ το Δία, το δρυ του ακούγοντας τον ψηλοφουντωμένο...

        Τις προφητείες αυτές η μαντική δρυς τις έδινε σε πολλές ταυτόχρονα γλώσσες με κουνήματα, όταν την ρωτούσαν, και χάρις σ' αυτήν την καταπληκτική ικανότητα χαρακτηρίστηκε «πολύγλωσσος» (Σουίδα).
        Μνεία που χαρακτηρίζει την εξάρτηση του ανθρώπου από τα μεγάλα αυτά δένδρα ακούμε και στον Ησίοδο [2]:

«... ναίον δ' έν πυθμένι φηγού
ένθεν επιχθόνιος μαντήια πάντα φέρονται
ός δε κείδε μολήν θεόν άμβροτον εξερεείνη
δώρα φέρων τ' έλπησι συν οιωνοίς αγαθοίσιν»

Κι εκατοικούσαν στην κουφάλα μέσα μιας βαλανιδιάς
απ' όπου oι άνθρωποι της γης παίρνουν όλα τά μαντέματα,
όσοι έρθουν και τον αθάνατο θεό ρωτήσουν,
φέρνοντας δώρα με καλά σημάδια τ' ουρανού».

Κι αλλού πάλι αναγράφει [3]:

«Και μ' εκελόνθ' υμνείν μακάρων γένος αιέν εόντων
σφάς δ' αυτάς πρώτον τε και ύστατον αιέν εείδειν
Αλλά τι ή μοι ταύτα περί δρυν ή περί πέτρην;»

Και με πρόσταξαν ν' ανυμνώ και τη γενιά τών μακαρίων
που αιώνια ζούνε κι αυτές τις ίδιες πρώτα - πρώτα
και στερνά - στερνά πάντα να ψάλλω.
Αλλά τι μου 'ρθε να τα λέω αυτά έτσι τριγύρω απ' τη βαλανιδιά
ή τριγύρω από το βράχο;».

Και στα κλασσικά χρόνια, βλέπουμε να υπάρχει δάσος ιερό στην πεδιάδα του Άργους [4]:

«Ως δε επεξήλθον οι Αργείοι συν όπλοις, ο Κλεομένης ενίκα τη μάχη, και ήν γαρ πλησίον άλσος ιερόν Άργου του Νιόβης, καταφεύγουσιν, ως ετρέποντο, όσον τε πεντακισχίλιοι των Αργείων ες το άλσος».

Ο Βιργίλιος επίσης γράφει [5]:

 gensque virum truncis et duro robore nata

Αυτά τα δάση κατοικούσαν ντόπιοι Φαύνοι και νύμφες
και γενιά ανθρώπων που προήλθε από τον σκληρό κορμό της δρυός,

        Εις το Αλήσιον της Μαντινείας, ο Παυσανίας συναντά άλσος ιερόν αφιερωμένον εις την θεάν Δήμητρα [6].
        Χρυσό στεφάνι με φύλλα και καρπούς δρυός βρέθηκε στον τάφο της Βεργίνας από τον καθηγητή Ανδρόνικο. 
        Καί πρωτοχριστιανικό θρησκευτικό σύμβολο είναι το δέντρο, συνήθως με το σχήμα του κυπαρισσιού. Αλλά και η άμπελος είναι ένα συνηθισμένο διακοσμητικό μοτίβο και σύμβολο.
Αργότερα, κατά τον ελληνικό μεσαίωνα, βλέπουμε ότι παράλληλα με το βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα, δεν παύει και η λατρεία των δέντρων.
        Στη λαϊκή δοξασία, και δάση ολόκληρα έχουν περιβληθεί με υπερφυσικές μαντικές ικανότητες. 
        Οι Σαρακηνοί πολιορκούν τις Συρακούσες περί τό 850 μ.Χ. Ο Βασίλειος ο Μακεδών (867-886) στέλνει προς ενίσχυση τον ναύαρχο Αδριανό με σημαντικό στόλο. Ο Αδριανός συναντά αντίθετο καιρό και καταφεύγει στο λιμάνι του Γέρακα, όπου και χρονοτριβεί, και όπου μαθαίνει και την κατάληψη των Συρακουσών από τους Σαρακηνούς [7]:
«... του δε συμβάντος αίσθησις από τοιαύτης αιτίας γίνεται τω Αδριανώ τόπος τις έστι κατά Πελοπόννησον ου μακράν Μονεμβασίας διεστηκώς, καθ' ήν ο Ρωμαϊκός στόλος ηυλίζετο, Έλος προσαγορευόμενος, από της περί αυτόν δασείας καί συνηρεφούς ύλης το όνομα κληρωσάμενος, εν τούτω τοίνυν δαιμονία τις εφήδρευε δύναμις, ή και υπό των εκείσε νεμόντων ποιμένων πολλάκις εθεραπεύετο, ως αν ασινή δήθεν εκ τούτων τα νεμόμενα διαφυλάττοιτο θρέμματα. ών τινων δαιμόνων οιονεί προς αλλήλους διαλεγομένων και επιχαιρόντων ήκουσαν οι νομείς ως εάλω τή χθές ημέρα Συράκουσα και τα εν αυτή πάντα κατέσκαπται και πυρί παραδέδοται, άπαρε προς τινας των νομέων εξηγουμένων έφθασε και προς τον Αδριανόν το διήγημα. ο δε τους ποιμένας αυτούς μετακαλεσάμενος καί πολυπραγμόνως αναζητήσας, εύρε τοις ακουσθείσι, συμβαίνοντα και τα παρα των ποιμένων λεγόμενα. βουληθείς δε και αυτήκοος γενέσθαι, και προς τώ τόπω μετά των ποιμένων γενόμενος, και δι' αυτών τοις δαίμοσι προσαγαγών την ερώτησιν περί του πότε καταλήψεται Συρακούσας, ήκουσεν ότι ήδη εάλω η Συράκουσα...». [8]

        Η λατρεία των δέντρων διατηρείται μέχρι την Επανάσταση. Ναό του Αγίου Ιωάννου (Θέλπουσα Γορτυνίας), ανάμεσα σε άλσος δρυών που δεν υπάρχει πια σήμερα, αναφέρει και ο Leake [9]. Για το ίδιο δάσος, «σήμερα οι πέριξ κάτοικοι διατηρούν τον θρύλο της στοιχειωμένης βελανιδιάς του Άη Γιάννη» [10]. 
        Αν ο άνθρωπος έπλασε τον Θεό κατ' εικόνα και ομοίωσιν εαυτού του ιδίου, γιατί να μη δώσει και στα δέντρα ανθρώπινες ιδιότητες; «Αυτού, στο Μετόχι κοντά (των Αγίων Αποστόλων, στην Πρέβεζα), ήταν ένα δέντρο παράξενο. Λέν πως ήταν κυπαρίσσι, μα δεν είχε πουθενά ρίζες. Άμα το 'κοψαν καμμιά φορά, έβγαινε αίμα ποτάμι» [11].  Καί συνεχίζει [12]: «Τέτοιες αντιλήψεις για δέντρα πόχουν ζωή και ψυχή είναι γνωστές και στην αρχαιότητα και σήμερα παντού στις Ελληνικές χώρες. Τι άλλο αι Αμαδρυάδες νύμφαι, που εγεννώντο άμα ταις δρυσί και άμα ταις δρυσί εφθείροντο;». Καί συνεχίζει [13]: «Στα μεγάλα δέντρα δεν κοιμώνται αποκάτω γιατί είναι στοιχειωμένα. Όταν κόβουν από αυτά και το ιδούν πως γέρνει, πέφτουν προύμυτα κατά γης και δεν βγάνουν μιλιά, για να μην τους εννοήση η ψυχή του δέντρου και τους λαβώση».
        Από τα παραπάνω θα μπορούσε ίσως να βγει το συμπέρασμα ότι ένας από τους λόγους και πιθανόν ο κυριώτερος της παρουσίας των μεγάλων δέντρων κοντά σε τόπους θρησκευτικής λατρείας είναι η λανθάνουσα επιβίωση μιας παλιάς λατρευτικής παράδοσης, πολύ βαθειά ριζωμένης μέσα στην ανθρώπινη ψυχή για να διατηρείται μέχρι σήμερα. Στα χωριό Άνω Σουδενά των Καλαβρύτων (σημερινό Λουσοί) και στην περιοχή «Κεραμιδιά» σώζεται τοπωνύμιο «Στις Πουρνάρες». Εκεί, όπου υπήρχε άλλοτε ναός του Αγίου Νικολάου, μετόχι της μονής Αγίας Λαύρας. Ο «Άγιος Νικόλαος» ξεχάστηκε, αλλά οι «Πουρνάρες» παραμένουν. Ο σεβασμός στα αιωνόβια αυτά δέντρα είναι κάτι το αυτονόητο, ιδίως για τον ορεινό. 
        Αλλά και πολλές άλλες φορές, όταν ζητούσαμε πληροφορίες για το πού βρίσκεται κάποιο μοναστήρι, πόσες φορές δεν ακούσαμε την άπάντηση: 
        - Δεν το βλέπεις; Εκεί που είναι εκείνο το μεγάλο δέντρο.
ή
        - Θα το βρεις, θα το βρεις. Εκεί που θα συναντήσεις κάτι μεγάλα δέντρα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
  1. Δ. Ευαγγελίδης, Ηπειρωτικαί Έρευναι, Ηπειρωτικά Χρονικά 10 (1935), σ. 193.
  2. Ησιόδου, Έργα και Ημέραι, Βιβλιοθήκη Αρχαίων Ελλήνων Πεζογράφων και Ποιητών, μετάφρασις Π. Λεκατσά, Αθήναι 1939, σ. 273.
  3. Ησιόδου, Θεογονία, ό.π., σ. 97.
  4. Παυσανίου, Λακωνικά, εκδ. Ι. Ζαχαροπούλου 1959, τόμ. 3, σ . 23.
  5. Virgil, Aeneid, VIII, 315.
  6. Παυσανίας, Η., σ. 9.
  7. Οι μετά Θεοφάνην, εκδ. Βόννης 1838, σσ. 310-311.
  8. Σημ. Μήπως άραγε η ονομασία του σημερινού χωριού της Δαιμονιάς Μολάων μπορεί να συνδεθεί με το ανωτέρω επεισόδιο; 
  9. Leake, William Martin, Travels in the Morea, London 1830, τ. Β', σσ. 98-99.
  10. Ν. Μουτσόπουλου, Η αρχιτεκτονική των εκκλησιών και των μοναστηριών της Γορτυνίας, εν Αθήναις 1956, σ. 13.
  11. Κ. Ρωμαίου, Το Αγιολίθαρο, Ηπειρωτικά Χρονικά 6 (1931), σ. 285.
  12. Αυτόθι, σ. 289. (Σχολ. 'Απολλ. Ροδ. Β, 478).
  13. Μεγδάνης Χαρίσιος Δημητρίου, Ελληνικόν Πάνθεον. 'Εν Πέστη 1812, σ. 5ο2.

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 20/12/1978].

Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...