Wednesday, March 16, 1977

Τάκης Μαύρος : λαογραφικές μνήμες : Οι ταχυδρόμοι

Οι παλαιότεροί µου, αν βέβαια υπάρχουν ακόμη, θα θυμούνται τον Κώστα Γερακάρη και τον Φαρμάκη. Κάτι μεγαλόσωμους γεροδεμένους άντρες, με μουστάκι, τραγιάσκα, ένα γερὸ άλογο και με τη σούστα του ο καθένας, έκαναν τη διαδρομή Άργος - Ναύπλιον - Άργος, μεταφέροντας διάφορα εμπορεύματα και κυρίως παραγγελίες.
- Να μου φέρεις δυο σκούπες.
- Να μου φέρεις δυο τενεκέδες τουρσιά, απὸ του Κούρου.
- Φέρε µου ένα σακκὶ αλεύρι πολυτελείας.
Και πλήθος απὸ άλλες τέτοιες μικροπαραγγελίες, που δεν άξιζαν τον κόπο, το έξοδο και προπαντὸς το χασοµέρι του τηλεφωνήματος. Γιατὶ τότε, για να τηλεφωνήσεις από τη μια πολιτεία στην άλλη, έπρεπε να πας στο γραφείο ΤΤΤ, να περιμένεις, να πάρεις σειρά και αν η γραμμή ήταν ανοικτή να πάρεις το νούμερο που ζητούσες. Ολόκληρη ιστορία.
        Ο Φαρμάκης, όταν τέλειωνε τις δουλειές του, ψώνιζε ό,τι του είχαν παραγγείλει οι πελάτες του Άργους και έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής. Στην Τίρυνθα σταµάταγε, κατέβαινε από τη σούστα και απὸ την εκεί χειροκίνητη τρόμπα πότιζε το ἀλογό του. Φτάνοντας στη Δαλαμανάρα, εκεί στο μπακάλικο του Ρούσσου, ήταν δεύτερη τρόµπα. Ξανασταμάταγε, κατέβαινε πάλι απὸ τη σούστα, αλλά αυτή τη φορά δεν πήγαινε στην τρόµπα, αλλὰ κατ’ ευθείαν στο βαρέλι µε το κοκκινέλι. Πότιζε τον εαυτόν του ένα ή περισσότερα «κατοσταράκια» και συνέχιζε το δρόμο του.
        Εκτός όμως απ᾿ αυτοὺς που κάνανε τις σχετικά βαρειὲς µεταφορές, ήταν και ο μπαρμπα-Γεώργης ο Μαρίνης. Αυτὸς είχε τις μικροπαραγγελίες. Με κρεμασμένα δυο καλάθια, ένα στο κάθε μπράτσο, που το τύλιγε με κουρέλια για να µη του χαλάνε τα µανίκια, ερχόταν με το πρώτο τραίνο από το Άργος κι έφευγε µε το τελευταίο απὸ το Ναύπλιον. Οι κακές γλώσσες λέγανε πως κάτω από τις κουβαρίστρες και τα λουµίνια, με τα οποία ήταν γεμάτα τα καλάθια, κρυβόταν πάντοτε τσιγαρόχαρτο λαθραίο. 
        Του Μαρίνη ο τομέας ήταν οι μικροπαραγγελίες, τουλάχιστον στην επιφάνεια.
- Πέρασε ο γυιός σου απὸ την Τρίπολι για την Αθήνα και παρείγγειλε να του στείλεις είκοσι πέντε δραχμές.
Ήταν όμως αγράμµατος και δεν µπορούσε να κρατάει σημειώσεις για τις παραγγελίες που του έδιναν. Για να µην τις ξεχνάει, έδενε για κάθε µια απ᾿ αυτὲς και απὸ ένα σπάγγο στα δάχτυλα των χεριών του. Έτσι, με τα δάχτυλα γεμάτα σπάγγους, κατέβαινε απὸ το τραίνο. Μια - µια παραγγελία που τελείωνε, έλυνε και απὸ ένα σπάγγο και τον πέταγε, κι έτσι δεν λάθευε ποτέ.

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 16/3/1977].

Τάκης Μαύρος : Τοπωνυμικά [Αργολίδας]: Ο Χαραμός

Στην περιοχή της Κάντιας, προς το Λυγουριὸ, µέσα σε µια ρεµατιά, το Δαφνόρεμα, λίγο πιο πάνω απὸ τὰ λατοµεία που βγάζουν εκείνο το ωραίο ροζ μάρμαρο, βρίσκεται το μοναστήρι του Μπούγα στην τοποθεσία Χαραμός · έτσι αναφέρεται στα Γ.Α.Κ. (Γενικά Αρχεία του Κράτους).
        Αυτὸ το «Χαραμός» είναι πανάρχαιη λέξη. Την συνάντησα με τη γραφή «Χηραμός» σε χωρίον του Λέοντος Διακόνου (έκδ. Βόννης, σσ. 9, 13, κ.έ.): «Τούτων οι βάρβαροι, τοις επικαιροτάτοις και αμφιλαφέσι των ορών ελλοχώντες, το ακόλαστον τεθεάµενοι και αφύλακτοι, των δρυμών καὶ χηραμών υπεκδύντες και ες φάλαγγα παραταξάµενοι και συνασπίσαντες εχώρουν».
        Χαραμὸς, λοιπὸν, σηµαίνει : χαράδρα, στενωπὸς και χρονολογείται παλιότερα από τον 10ον αι.

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 16.3.1977].

Τάκης Μαύρος και Γιώργος Μαύρος : Δυο αδέλφια στο αλβανικό μέτωπο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940 η κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς βρήκε τον πατέρα μου, Τάκη Μαύρο , έφεδρο ανθυπολοχαγό, κάπου στη Βέροια, απ’ όπο...