Μια από αυτές είναι και η γνωστή σε όλους μας έκφραση «άρτζι μπούρτζι», που χρησιμοποιείται όταν πρόκειται να δηλωθεί μια μεγάλη ακαταστασία. Αλλά ίσως να μην είναι γνωστή σε όλους η προέλευσή της, γι’ αυτό ας μου επιτραπεί ν’ ασχοληθώ σήμερα μαζί της.
Και πρώτα-πρώτα είναι λέξη αρμένικη και σημαίνει «ο προηγούμενος, ο προβαδίζων, ο πρόδρομος, ήταν δε το όνομα ενός μικρού «κυναρίου», που ανήκε σ’ έναν Αρμένιο επίσκοπο. Όταν ο επίσκοπος αυτός, στην αρχή της εβδομάδας που προηγείται της Αποκριάς, πήγαινε σε κάποιο χωριό, του ψόφησε ο σκύλος και:
… ο μυσαρός επίσκοπος τοις κούφοις Αρμενίοις
νηστείαν επταήμερον νομοθετεί και πένθος
ανάμνησιν ετήσιον τελεί τω κυνιδίω
ήδη και κατεκράτησε παρ’ αυτοίς μέχρι δεύρο …
γράφει ο Λουκάς Χρυσοβέργης. Και ήταν άγρια εκείνη η νηστεία, μόνο ψωμί και νερό επτά ημέρες. Όσοι λοιπόν από τους Αρμένιους ακολούθησαν τις εντολές του επισκόπου εκείνου χαρακτηρίστηκαν από τους άλλους Ορθόδοξους αιρετικοί και τους δόθηκε το όνομα «αρτζιβούρτζιοι». Η αίρεση των Αρτζιβουρτζίων ή Αρτζιβουρίων λοιπόν.
Αλλά τι σχέση μπορεί να έχει η ακαταστασία με τη νηστεία εις μνήμην του «κυνιδίου»; Θα το ιδούμε στο τυπικόν της μονής του Αγίου Μάμαντος της Κωνσταντινούπολης, όπου διαβάζουμε:
Κεφάλαιον ΙΘ’. «Περί του εσθίειν απαρητηρήτως τηρόν και ωά κατά πάσαν την πρωτοαποκρέω εβδομάδα δια την των Αρτζιβουρίων αίρεσιν συνεισέρχεσθαι καθ’ εκάστην εν τη Τραπέζη τους κηπουρούς, τους αμπελούς και πάντας απλώς άνευ των εξ έθους παρισταμένων».
Όπως βλέπουμε από όσα ακολουθούν κατόπιν, στην προσπάθεια να ξεχωρίσουμε από τους Αρμένιους, καθιερώθηκε στην εβδομάδα του πένθους για το «κυνίδιο», που αυτοί έφταναν στο χείλος του τάφου από την επταήμερη νηστεία, οι μοναχοί του Αγίου Μάμαντος μπορούσαν να «εσθίουν τυρόν και ωά ανενδοιάστως». Η καθιέρωση όμως να προσκαλούνται «εν τη πρώτη τραπέζη καθ’ εκάστην ανυπερθέτως … οι των αμπελώνων και των κήπων επιμελούμενοι συνάδελφοι ημών και πάντες οι λοιποί διακονηταί…», που ορίζεται από το τυπικό και για την εβδομάδα της Τυρινής, γίνονταν αφορμή για μεγάλη φασαρία και ακαταστασία στη σιωπηλή συνήθως αίθουσα της Τραπέζης των μεγάλων μοναστηριών. Φανταστείτε τι θα γινόταν όταν θα μαζευόταν όλο εκείνο το μελισσολόι των εργατών και «διακονητών, που συνήθως συντηρούσαν τα μοναστήρια, και μάλιστα χωρίς να παρίστανται ηγούμενοι και λοιποί αξιωματούχοι, οι κατ’ έθος παριστάμενοι».
Έτσι, λοιπόν, παρέμεινε μνημείο στην ελληνική γλώσσα η έκφραση «άρτζι μπούρτζι». Συνήθως όμως την ακούμε συνοδευόμενη με την προσθήκη «… και λουλάς». Αλλά γι’ αυτό το τελευταίο αδυνατώ να έχω γνώμη. Αν κανένας από τους τυχόν αναγνώστες της στήλης αυτής ήξερε και ήθελε να προσθέσει κάτι, θα του ήμουν ευγνώμων.
= = =
Σχετικά με την προέλευση της έκφρασης «άρτζι μπούρτζι και λουλάς», ο καλὸς φίλος κ. Ν[εοκλής] Σαρρής (*) εἶχε τὴ καλωσύνη να μου στείλει τα παρακάτω, που ενώ εξηγούν τη λέξη, δεν βοηθούν στην κατανόηση της δυσκολοεξήγητης αυτής φράσης. Γράφει:
«Λουλάς, εκτὸς απὸ την ονομασία του γνωστού τµήµατος του ναργκιλὲ, λέγεται και το καϊµάκι του γάλακτος που το πρόσφεραν τυλιγμένο σε ρολό. Γνωστότατο έδεσμα τόσο στους Βυζαντινούς όσο και στους Οσμανούς. Συνήθως ο λουλάς αποτελεί το παρακολούθηµα του εκμέκ καταΐφι».
(*) τότε επιμελητὴς στην Πάντειο Σχολή και πλέον αείμνηστος Καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου (σημ.τ.επιμ.).
[Το πρώτο μέρος δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Άργους Αναγέννηση στις 23/3/1976 και η προσθήκη του. κ. Ν. Σαρρή στις 13/4/1976].
